Καλό είναι καταρχήν να συναντώνται σε «φιλική ατμόσφαιρα» οι ηγέτες της Ελλάδας και της Τουρκίας, δεδομένων των προβλημάτων που υφίστανται στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Όμως στη διεθνή διπλωματία, όταν τα ηγετικά τετ-α-τετ δεν είναι καλά προετοιμασμένα, τότε είτε παράγουν μηδενικά αποτελέσματα είτε και επιδεινώνουν τις διμερείς σχέσεις, οξύνοντας τα υπάρχοντα προβλήματα. Ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, συναντήθηκε προσφάτως με τον Τούρκο πρόεδρο, Ταγίπ Ερντογάν. Και το ερώτημα είναι αν αυτή η συνάντηση ήταν γεγονός θετικό για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Διότι προκάλεσε εντύπωση ότι πραγματοποιήθηκε σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η Τουρκία αναπτύσσει μια εξαιρετικά επιθετική και επικίνδυνη αεροναυτική δράση στο Αιγαίο, με ανοικτή αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Με δικαιολογία ότι δεν ήταν επίσημο, το ραντεβού καλύφθηκε από σιωπή. Η Αθήνα «έκρυψε» το περιεχόμενο της συζήτησης Τσίπρα – Ερντογάν και γνωστό έγινε μόνο ότι ο Τούρκος πρόεδρος δήλωσε ότι είναι υπέρ της «πλήρους εφαρμογής» των όρων της Συνθήκης της Λωζάννης. (Στα παρασκήνια, στην Αθήνα, παρέχεται η «διαβεβαίωση» ότι αυτό αφορούσε «ειδικώς» τα τουρκικά σύνορα σε σχέση με το Κουρδικό).

Οπως κι αν θέλει να χειρισθεί τα ελληνοτουρκικά η κυβέρνηση, η πραγματικότητα δεν αφήνει αμφιβολίες για τις προθέσεις της Αγκυρας. Με τη στρατιωτική πίεση που ασκεί στο Αιγαίο να αυξάνεται και παραβιάζοντας τα ελληνικά χωρικά ύδατα στο Αγαθονήσι, για να δείξει ότι θεωρεί το νησί «τουρκικό», η Αγκυρα δεν κρύβει πλέον την πρόθεσή της να «οδηγήσει» την Ελλάδα σ’ ένα διμερή «διάλογο» με νέα ατζέντα στη βάση των τουρκικών διεκδικήσεων. Και για να καταστήσει σαφείς τις θέσεις και τις προθέσεις της, η Τουρκία έχει δεσμεύσει φέτος για όλο το δωδεκάμηνο περιοχές του ανατολικού Αιγαίου με τρόπο που να οδηγεί σε απομόνωση των νησιών απ’ την ηπειρωτική Ελλάδα. Ο 25ος μεσημβρινός είναι θαλάσσιο ελληνοτουρκικό «σύνορο» για την Αγκυρα. Ακόμη και όταν την περασμένη εβδομάδα ο Τούρκος επιτελάρχης βρέθηκε στην Αθήνα, και αντάλλαξε χαμόγελα με την ελληνική στρατιωτική ηγεσία, οι παραβιάσεις στο Αιγαίο ήταν «οργιώδεις».

Τι συμβαίνει λοιπόν; Ελληνες διπλωμάτες διαδίδουν ότι ο Ερντογάν δήλωσε στον Αλέξη Τσίπρα πως είναι ειλικρινής η επιθυμία του να λυθούν «ειρηνικά» όλα τα ελληνοτουρκικά προβλήματα. Επίσης, έχει ενδιαφέρον ότι ο Τούρκος πρόεδρος ζήτησε επιμόνως να έχει στις 22 Μαΐου, στην Κωνσταντινούπολη, μία συνάντηση με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, Π. Παυλόπουλο, στέλνοντάς του ήδη τηλεφωνικά μηνύματα για τις «ειρηνικές» προθέσεις του.

Διαφαίνεται, λοιπόν, από αυτές τις εξελίξεις, ότι το τουρκικό καθεστώς προσπαθεί να συνδυάσει μια σειρά κινήσεις: Να προωθήσει έναν διάλογο για «ειρηνική» διευθέτηση των «προβλημάτων» στο Αιγαίο (με διατήρηση βεβαίως έως τότε της στρατιωτικής απειλής), χρησιμοποιώντας στοιχεία της Συνθήκης της Λωζάννης, κατά τρόπο χρήσιμο για την Τουρκία στο Κουρδικό.
Ο πρωθυπουργός θα πρέπει πλέον να αποφασίσει αν θα διακινδυνεύσει έναν «διάλογο» με τον Ερντογάν, ο οποίος δεν εννοεί την «ειρήνη» στο Αιγαίο χωρίς ικανοποίηση των τουρκικών θέσεων στην υπόθεση των «γκρίζων ζωνών», που συνδέεται με την επιχειρησιακή διχοτόμηση του Αιγαίου. Και έχει ενδιαφέρον να διαπιστωθεί αν πέρα από το τυπικό μέρος θα υπάρχει και κάποιος «κρυφός» πολιτικός λόγος, για τον οποίο πρόκειται να γίνει, με την ευκαιρία της διάσκεψης για τη συνεργασία στον Εύξεινο Πόντο, η συνάντηση Παυλόπουλου – Ερντογάν. Φυσικά ο Ελληνας πρόεδρος θα πάει στο ραντεβού «διαβασμένος», γνωρίζοντας τι συζήτησε προ ημερών ο πρωθυπουργός με τον Ταγίπ Ερντογάν και τι «ζητάει» η Αγκυρα. Ετσι, έπειτα και από αυτήν τη συνάντηση, θα είναι ολοκληρωμένη η γνώση της Αθήνας για το πώς μπορεί να εξελιχθεί η υπόθεση του Αιγαίου στο ξεκίνημα του καλοκαιριού και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις γενικότερα, από τη Θράκη έως την ανατολική Μεσόγειο.
(Η συνέχεια θα δείξει αν έχει δίκιο και η αξιωματική αντιπολίτευση, όταν διά στόματος του εκπροσώπου της, κ. Κουμουτσάκου, ελέγχει την κυβέρνηση για «αφέλεια» και ειρωνεύεται την κατά την κατ’ αυτήν «επιτυχή» συνάντηση Τσίπρα – Ερντογάν.)
Εκτιμάται, πάντως, ότι σύντομα θα φανεί αν ο Ερντογάν και οι Τούρκοι στρατηγοί έχουν βεβαιωθεί πως η Ελλάδα δεν προτίθεται ούτε και σήμερα να αντιτάξει «αντίμετρα» απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις.

Ηρεμία συστήνει το ΝΑΤΟ

Θεωρείται βεβαίως δεδομένο, και είναι απόλυτα κατανοητό, ότι οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ευχαρίστως θα υποδέχονταν μια ελληνοτουρκική «συνεννόηση» στο Αιγαίο. Αλλά με τη διαρκώς αυξανόμενη στρατιωτική πίεση της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα σ’ αυτήν τη θάλασσα, η Αθήνα δεν μπορεί να κάνει «βήματα» προς αυτή την κατεύθυνση. Η ελληνική πλευρά αισθάνεται εξάλλου ενισχυμένη τόσο από το γεγονός ότι η Ουάσινγκτον δεν επιδοκιμάζει τις πολιτικές του Ερντογάν και γενικότερα δεν θέλει «αναστάτωση» στην περιοχή.

«Κίτρινη κάρτα» από Βρυξέλλες

Η Αθήνα είναι ικανοποιημένη από τη θέση που έλαβε προ ημερών η Κομισιόν, η οποία κάλεσε ευθέως την Τουρκία «να απέχει από κάθε απειλή και ενέργεια που στρέφεται εναντίον ενός κράτους-μέλους» και της ζήτησε να σεβαστεί τις αρχές της «καλής γειτονίας» ως «χώρα υποψήφια για ένταξη».
Οι σχέσεις της Αγκυρας με την ΕΕ είναι κακές σήμερα και ευλόγως οι δύο πλευρές δεν πιστεύουν πλέον σε ένταξη της Τουρκίας. Επίσης, σήμερα, για τις ΗΠΑ η Τουρκία του ισλαμιστή Ερντογάν είναι στρατηγικά, όχι ευρωπαϊκή, αλλά χώρα της Μέσης Ανατολής και «προβληματικός» Σύμμαχος στο ΝΑΤΟ. Παρ’ όλα αυτά, από διπλωματικές πηγές της Αθήνας εκτιμάται πως ο Τούρκος πρόεδρος δεν έχει λόγο σήμερα να «τινάξει στον αέρα» τις ευρω-ατλαντικές σχέσεις του εξαιτίας των απαιτήσεών του στο Αιγαίο.
Εως ότου, όμως, επιβεβαιωθούν, προσεχώς, τα όρια της τουρκικής επιθετικότητας, η ελληνική κυβέρνηση θα είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίζει με «ψυχραιμία» τις στρατηγικά σχεδιασμένες, πυκνές, εναέριες και θαλάσσιες «βόλτες» της Πολεμικής Αεροπορίας και του Πολεμικού Ναυτικού της Τουρκίας.

Από την εφημερίδα «Επένδυση» 


του Κ.Ι. Αγγελόπουλου [email protected]