Οπως κι αν αναλύεται η «περίπτωση Ερντογάν», κάποια στοιχεία της είναι ήδη δεδομένα και προσδιορίζουν τη θέση της Τουρκίας σε έναν ευρύ γεωπολιτικό χώρο και γενικότερα στον σύγχρονο κόσμο, τουλάχιστον όπως τον «διαβάζουν» Ευρωπαίοι και Αμερικανοί. Ετσι, όπως κι αν κριθεί η υπόθεση του περιβόητου δημοψηφίσματος, που επέβαλε ο Ταγίπ Ερντογάν, σημασία έχει σήμερα κάτι εξόχως σημαντικό: Η Τουρκία δεν «ανήκει» πλέον στη Δύση, δεν είναι, δηλαδή, ο παλιός, πιστός και αξιόπιστος σύμμαχος των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, που συμπλήρωνε κατά τον καλύτερο τρόπο το αμυντικό σύστημα ασφαλείας του Δυτικού μπλοκ. Σήμερα η Τουρκία δεν είναι, βεβαίως, «αντίπαλος» της Συμμαχίας, εξακολουθεί να είναι στρατηγικά χρήσιμη στις ΗΠΑ, αλλά αυτό που μετράει -και αφορά άμεσα και την Ελλάδα- είναι ότι «παίζει» πλέον και μόνη της, ως περιφερειακή δύναμη με φιλοδοξίες για ηγετικό ρόλο στον μουσουλμανικό κόσμο της Εγγύς Ανατολής. Ετσι, περιορίστηκε και η δυνατότητα ενός άμεσου «ελέγχου» των σχέσεων της Τουρκίας με την Ελλάδα από την Ουάσινγκτον.

Οι τουρκικές φιλοδοξίες για νεο-οθωμανικές στρατηγικές «βάθους» δεν ξεκίνησαν επί Ερντογάν. Ξεκίνησαν νωρίς, αμέσως μετά την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ, χωρίς ακόμη το ισλαμικό στοιχείο στο επίκεντρό τους, αλλά κορυφώθηκαν αφότου ο Ερντογάν έπιασε το νήμα, διαδεχόμενος στην εξουσία τους κεμαλιστές. Σταδιακά, ο Ερντογάν έβαλε στο περιθώριο την κοσμική ελίτ και τροφοδότησε με εθνικιστικά επιχειρήματα έναν ισλαμικό τουρκισμό που ρίζωσε σε μια ευρεία κοινωνική κλίμακα και πέρασε στις κρατικές υπηρεσίες, στην εκπαίδευση και στις ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας. Ο Ερντογάν έχει πείσει τις λαϊκές τάξεις ότι η «υπερήφανη»χώρα του δεν έχει ανάγκη πλέον την «ξεπεσμένη» Δύση, που περιφρονεί τους μουσουλμάνους.

Η Αθήνα έχει, λοιπόν, απέναντί της μια «νέα» Τουρκία, όπου το αυταρχικό καθεστώς του Ερντογάν δεν στερείται μεν προβλημάτων, αλλά είναι αυτή την ώρα εσωτερικά πανίσχυρο. Οι πολιτικοί παρατηρητές των τουρκικών πραγμάτων πιστεύουν ότι είναι πολύ λίγο πιθανό να χάσει το δημοψήφισμα ο Τούρκος πρόεδρος. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα που απασχολεί τούτη την ώρα τα υπουργεία Εξωτερικών και Εθν. Αμυνας. Την Αθήνα απασχολεί η εξέλιξη της υπόθεσης των Κούρδων στον πόλεμο της Συρίας, που αποτελεί μείζον «εθνικό θέμα» για την Τουρκία και παράλληλα εξέλιξη των σχέσεων του νέου προέδρου των ΗΠΑ με την Αγκυρα. Απ’ τα δύο αυτά ζητήματα θα προκύψει ο βαθμός της τουρκικής επιθετικότητας προς την Ελλάδα και την Κύπρο και, επίσης, θα διαπιστωθεί το πόσο και πώς μπορεί να υπολογίζει η ελληνική πλευρά στη «στρατηγική» συνεργασία με τις ΗΠΑ, αν ο Ερντογάν, λόγω απωλειών του στο Κουρδικό, ανάψει «φωτιές» στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Και δεν είναι μόνο η Αθήνα που θεωρεί τον Ερντογάν παράγοντα αστάθειας στην περιοχή μας. Η ενισχυμένη πλέον παρουσία των αεροναυτικών δυνάμεων των ΗΠΑ στη Μεσόγειο μαρτυρεί ότι οι ανησυχίες δεν είναι μόνο ελληνικές.
Στην παρούσα συγκυρία, πάντως, η δημόσια ρητορεία του Ερντογάν για την Ελλάδα είναι όχι μόνο προσβλητική για τη χώρα μας, αλλά στέλνει το «σήμα» ότι η σημερινή Τουρκία θεωρεί την Ελλάδα εχθρό των Τούρκων. Και αυτή η συμπεριφορά του υπερφίαλου ισλαμιστή ηγέτη δεν αφήνει πολλά περιθώρια για «βελτίωση» των ελληνοτουρκικών σχέσεων προσεχώς, όση υπομονή και μετριοπάθεια κι αν μπορεί να διαθέτει μια ελληνική κυβέρνηση. Οσα λέει ο «σουλτάνος» για την Ελλάδα ξεπερνούν τις προεκλογικές «ανάγκες» του. Οταν ο Ερντογάν ζητά απ’ τους Τούρκους ψηφοφόρους ένα «ναι» για «μια ισχυρή και μεγάλη Τουρκία», έχει πολλές «στρατηγικές» στον νου του…

Εν αναμονή της αμερικανικής τοποθέτησης

Ετσι όπως διαμορφώνονται τα πράγματα στην Εγγύς και τη Μέση Ανατολή, πλησιάζει η ώρα κατά την οποία η Ουάσινγκτον θα πρέπει να τοποθετηθεί απέναντι στο δεδομένο της στροφής της Τουρκίας του Ερντογάν στο σκληροπυρηνικό Ισλάμ και την οργανική σχέση της με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Οι ΗΠΑ αναγκαστικά θα κληθούν, σύντομα ίσως, να πάρουν κάποιες στρατηγικού χαρακτήρα αποφάσεις σχετικά με αυτό το ζήτημα (προ ημερών το «Ισλαμικό Κράτος» κτύπησε με τους τρομοκράτες του όχι μόνο μια ευρωπαϊκή χώρα, τη Σουηδία, αλλά και την Αίγυπτο του Σίσι, που έχει την ισχυρή υποστήριξη των ΗΠΑ και προσωπικά του Ντόναλντ Τραμπ).
Είναι, βεβαίως, πιθανό να βρεθεί ένα νέο τουρκο-αμερικανικό «modus vivendi», έπειτα από μια περίοδο τραυματικών διμερών σχέσεων. Ομως, στην Αθήνα εκτιμάται ότι οι ΗΠΑ δεν θα άφηναν προσεχώς την Τουρκία να «χαλάσει» στην Ανατ. Μεσόγειο μια κρίσιμη για τα αμερικανικά συμφέροντα κατάσταση συμμαχιών και στρατιωτικών συνεργασιών μεταξύ Ελλάδας, Ισραήλ, Αιγύπτου και Κύπρου με «προέκταση» και στην Ιορδανία.

Από τις ίδιες πηγές υποστηρίζεται πως αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα «εμπλακεί» ο Ντόναλντ Τραμπ με ζητήματα Βαλκανίων που θα δημιουργήσει η Αγκυρα, αν ενισχύσει τις πολιτικές των σχέσεών της εκεί με τζιχαντιστές. Ηδη, οι Δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών παρακολουθούν και καταγράφουν κάθε «διαδρομή» τζιχαντιστών και κάθε επαφή τους με εξ ανατολών «κύκλους». Η πρόθεση της Τουρκίας του Ερντογάν για «επιρροές» σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων και για ενίσχυση του αλβανικού εθνικισμού είναι γνωστή και δεδομένη. Αλλά, δεδομένη επίσης είναι η απόφαση των ΗΠΑ για πλήρη γεωστρατιωτική «κάλυψη» των Δυτικών Βαλκανίων και για έλεγχο κάθε «μεταβολής» του χάρτη τους. Και στον τομέα αυτό, η Ουάσινγκτον είναι αποφασισμένη, όπως βεβαιώνουν Δυτικοί διπλωμάτες, να «κτυπήσει» οτιδήποτε θα εμποδίσει τα σχέδιά της για «νέα αρχιτεκτονική» στα Βαλκάνια.

Από την εφημερίδα «Επένδυση» 


του Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ [email protected]