Στις κάλπες καλούνται την Κυριακή οι ψηφοφόροι της Τουρκίας, για το δημοψήφισμα που θα κρίνει -σε αυτήν τη χρονική στιγμή τουλάχιστον- την πορεία των συνταγματικών αλλαγών. Το διακύβευμα της κάλπης είναι αν θα δώσει απόλυτη κυριαρχία, με «δημοκρατική νομιμοποίηση», στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και το δικαίωμα να μείνει στον θρόνο του ανενόχλητος και «εκλεγμένος», τουλάχιστον μέχρι το 2029…

Οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν αντικρουόμενα αποτελέσματα, καθώς ανάλογη με την εταιρεία και το πού πρόσκειται είναι και η πρόβλεψη. Εκτιμήσεις αναφέρουν ότι το αποτέλεσμα θα κριθεί από αυτούς που δηλώνουν «αναποφάσιστοι», ωστόσο η επικράτηση του «όχι» στις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην Τουρκία θα θεωρηθεί μεγάλη έκπληξη, καθώς η κυβέρνηση και ο ίδιος ο Ερντογάν έχουν κυριολεκτικά δώσει «ρεσιτάλ» σε αυτή την προεκλογική μάχη, με τον λαό της χώρας να εμφανίζεται βαθιά διχασμένος.

Εξουσία ενός ανδρός

Το δημοψήφισμα θα αποφασίσει για τις βαθύτερες αλλαγές από την ίδρυση του σύγχρονου τουρκικού κράτους, το 1923, φέρνοντας την εκτελεστική εξουσία στον πρόεδρο και καταργώντας τον ρόλο του πρωθυπουργού. Στόχος του Ερντογάν είναι η απόλυτη κυριαρχία του προέδρου, ο οποίος καθίσταται επικεφαλής της κυβέρνησης και έχει τη δύναμη να διορίζει και να παύει το υπουργικό συμβούλιο. Επιχειρεί να βάλει χέρι και στη δικαστική εξουσία, αφού με τη συνταγματική αναθεώρηση ο πρόεδρος θα έχει το δικαίωμα να διορίζει ο ίδιος κάποιους από τους ανώτατους δικαστικούς της χώρας.

Ο πρόεδρος, λοιπόν, εκτός από την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία, παίρνει και τη νομοθετική, καθώς θα έχει τη δύναμη να επιβάλλει και νόμους μέσα από προεδρικά διατάγματα και θα έχει επίσης το δικαίωμα να κηρύσσει τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, αναιρώντας το Κοινοβούλιο (το οποίο χάνει πολλές αρμοδιότητες, ούτως ή άλλως), με τις αφορμές να δίνονται πολύ εύκολα, όπως έχει δείξει η Ιστορία.

Ο Ρ. Ερντογάν υπεραμύνεται των σαρωτικών αλλαγών που προωθεί, στο όνομα της ισχυρής διακυβέρνησης με στόχο την αντιμετώπιση των «προκλήσεων».

Οι αντίπαλοι του μιλούν για συγκέντρωση των τριών εξουσιών, εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής, στα χέρια ενός ανθρώπου, χωρίς κανένα δημοκρατικού έλεγχο κα καμία ισορροπία. Ο Πρόεδρος, δηλαδή ο Ρ. Ερντογάν, γίνεται ο απόλυτος κυρίαρχος του κράτους, και αλλάζει ουσιαστικά το πολίτευμα, αφού εν τοις πράγμασι αναδεικνύεται σε Σουλτάνο, με «δημοκρατική» επίφαση και θέτει σε κίνδυνο το μέλλον της χώρας.

Η Δημοκρατία τίθεται εν αμφιβόλω

Η αντιπαράθεση για το δημοψήφισμα έχει αναδείξει περισσότερο από ποτέ το χάσμα που υπάρχει και βαθαίνει στην Τουρκία, μεταξύ κεμαλιστών και ερντογανικών, κοσμικών και ισλαμιστών. Ενα χάσμα που εκφράστηκε πρώτη φορά στις διαδηλώσεις του Γκεζί και που τροφοδοτείται από τον ίδιο τον Ερντογάν και τους υποστηρικτές τους. Ο Τούρκος πρόεδρος, που ξεκίνησε την πολιτική του σταδιοδρομία ως πρωθυπουργός, με δηλώσεις υπέρ της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας, έχει φτάσει σήμερα να αποκαλεί τους Ευρωπαίους «κατάλοιπα του ναζισμού και φασίστες», απειλώντας την Ε.Ε. ότι η χώρα του θα επανεξετάσει τη στάση της μετά το δημοψήφισμα, καθώς «όλα έχουν το τίμημά τους».

Παρά τον φιλοευρωπαϊκό μανδύα των πρώτων χρόνων της διακυβέρνησης Ερντογάν, υπήρχαν φωνές που προειδοποιούσαν για τις επιδιώξεις και την εξέλιξη της πολιτικής του, υπογραμμίζοντας τις αναχρονιστικές πολιτικές επιλογές του, με θεοκρατικό πρόσημο, που τότε περνούσαν «στα ψιλά». Ο Ερντογάν ισχυροποιήθηκε «πουλώντας» το προφίλ του «φιλοευρωπαίου ηγέτη», με διάθεση για «συζήτηση» στο Κυπριακό, με ανοχή στις μειονότητες και εμπνευστή του «οικονομικού θαύματος», το οποίο εξελίχθηκε σε φούσκα, μαζί με όλα τα υπόλοιπα «δήθεν» που τον ακολουθούσαν.

Το αληθινό πρόσωπο και οι προθέσεις του φάνηκαν όταν ένιωσε αρκετά ισχυρός να συγκρουστεί με όσα πρόταξε για λόγους μάρκετινγκ και τον καταπίεζαν εξαιρετικά. Στοχοποίησε αρχικά το στρατό, κύριο πυρήνα των κεμαλικών, και πέτυχε να τους αποδομήσει επικοινωνιακά και ουσιαστικά, αρχίζοντας από τις υποθέσεις «Βαριοπούλα» και «Εργκένεκον», με αποκορύφωμα το πραξικόπημα του καλοκαιριού. Με τις ίδιες αφορμές βρέθηκαν στο στόχαστρο δικαστικοί, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, αλλά και δημόσιοι υπάλληλοι, το σύνολο δηλαδή ων εκφραστών του κοσμικού κράτους, άσχετα με τις διαφωνίες που μπορεί να είχε οποιοσδήποτε για τις πολιτικές επιλογές τους. Το πεδίο «καθάρισε» με απολύσεις, αποτάξεις, δίκες, φυλακίσεις και διώξεις. Ετσι, ο Ερντογάν θεώρησε ότι έχει το δικαίωμα να αμφισβητήσει και δημόσια πια τον Κεμάλ Ατατούρκ και τις επιλογές του, στο πλαίσιο της κεφαλαιοποίησης του εθνικισμού που καλλιεργεί συστηματικά από το 2012 και μετά. Ενας νέος εθνικισμός, με ισλαμικά χαρακτηριστικά. Ο εχθρός του Ερντογάν είναι ο Κεμάλ, όπως εχθρός του Κεμάλ ήταν ο σουλτάνος. Η αποδόμηση της κοσμικής πολιτικής των κεμαλιστών, ακόμα και του κεμαλικού εθνικισμού, είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων κινήσεων από την πρώτη περίοδο της εξουσίας του Ερντογάν.

Χωρισμένη στα δύο

Ο τρόμος κυριαρχεί στην Τουρκία, η οποία αλλάζει ραγδαία. Στο πλευρό του Ερντογάν είναι όλο το παλιό καθεστώς, ακόμα και η απόγονος του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίντ, η Νιλχάν Οσμάνογλου, που θεωρεί ότι η εφαρμογή του κοινοβουλευτισμού στην Τουρκία έφερε μόνο αδικίες και καταστροφή… μαζί του συντάσσεται και το υπερεθνικιστικό κόμμα ΜΗΡ, επίσημα τουλάχιστον, αφού μερίδα του δηλώνει αντίθετη με την πολιτική του νέου επίδοξου «σουλτάνου» και συντάσσεται με τους «κοσμικούς».
Απέναντι του συσπειρώνονται όλοι οι άλλοι. Η Αριστερά, οι προοδευτικοί άνθρωποι, οι εκφραστές του κοσμικού κράτους και όλοι οι κεμαλιστές, με τις δικές τους αντιθέσεις και τις δικές τους μαύρες σελίδες να τους ακολουθούν. Πλευρές που στο παρελθόν είχαν συγκρουστεί βάναυσα και έχουν ιστορία γραμμένη με αίμα ως αντίπαλοι, σήμερα συσπειρώνονται στο «όχι», με έναν νέο πόλεμο εξουσίας να διεξάγεται.
Αυτοί οι δύο κόσμοι θα συγκρουστούν στις 16 Απριλίου και το αποτέλεσμα θα καθορίσει το μέλλον της Τουρκίας, με την πόλωση συνεχώς να αυξάνεται…

Από την εφημερίδα «Επένδυση» 


της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ